παρακλητικός

παρακλητικός
-ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην παράκληση, στην ικεσία, ο παρακαλεστικός, ο ικετευτικός: Από το παρακλητικό βλέμμα που μου έριξε, κατάλαβα τη δύσκολη θέση του.
2. το θηλ. ως ουσ., παρακλητική λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • παρακλητικός — stimulating masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλητικός — ή, ό / παρακλητικός, ή, όν, Ν ΜΑ [παρακαλώ] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην παράκληση, ικετευτικός νεοελλ. μσν. 1. το θηλ. ως ουσ. η Παρακλητική εκκλ. λειτουργικό βιβλίο τής Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας το οποίο περιέχει κανόνες και τροπάρια …   Dictionary of Greek

  • Παρακλητικός κανόνας — Θρηνητικοί ύμνοι γραμμένοι στη συνηθισμένη μορφή των υμνογραφικών κανόνων. Συνοδεύονται από καθίσματα, από στίχους και άλλα τροπάρια, με τα οποία αποτελούν μικρή παρακλητική ακολουθία που ψάλλεται στους ναούς ή στα σπίτια. Με αυτά επιδιώκεται η… …   Dictionary of Greek

  • παρακλητικά — παρακλητικός stimulating neut nom/voc/acc pl παρακλητικά̱ , παρακλητικός stimulating fem nom/voc/acc dual παρακλητικά̱ , παρακλητικός stimulating fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλητικώτερον — παρακλητικός stimulating adverbial comp παρακλητικός stimulating masc acc comp sg παρακλητικός stimulating neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλητικῶν — παρακλητικός stimulating fem gen pl παρακλητικός stimulating masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλητικόν — παρακλητικός stimulating masc acc sg παρακλητικός stimulating neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλητικαῖς — παρακλητικός stimulating fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλητικοῖς — παρακλητικός stimulating masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακλητικοί — παρακλητικός stimulating masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”